Στο λευκό τάφο σου, στα πλακάκια κρύα του μαρμάρου, βρίσκομαι μέσα.
Ένα ποτάμι κόκκινο κυλάει, από μέσα μου, μια ζωή πεθαίνει μες στο λουτρό.
Ακούω τα πόδια του να περπατούν απάνω στα σανίδια του δωματίου.
Η σιωπή μου, κραυγή που τρεμουλιάζει στα κόκκινα ύδατα,
Φωνάζει «Μάνα, μ’ακούς;» κι εγώ το ακούω, με δάκρυα, να πήζουν τον πόνο σε σάρκα και να με τυφλώνουν εμπρός σου. Κάθε σταγόνα μια μαχαιριά, κόβεσαι από το χέρι μου, σπλάχνο μου.
Κανείς δεν σε θέλησε, μονάχα εγώ. Κανείς δεν σε είδε, μονάχα εγώ.
Κανείς δεν θα σε αγαπούσε, παρά μόνο εγώ.
Σπλάχνο μου, ποτέ δεν θα φύγεις…
Ασήμαντος δεν ήσουν, παρά μόνο στο βλέμμα των ανθρώπων που δεν σε γνώρισαν.
Κρύφτηκες στις γωνιές των ματιών μου, στα βρεγμένα μαλλιά που κολλάνε στο μέτωπο.
Κοιμήσου αγγελούδι μου, μες στην καρδιά μου, κι αναστενάζω ακόμα, μ’ακούς;
Η μήτρα μου, γίνηκε άδεια σπηλιά, και το κορμί μου ναός βεβηλωμένος,
Ο θρήνος μου δεν ηχεί, είναι βουβός, τραβιέται στο νερό και πήρε στα λύματα τον καρπό μου. Το κορμάκι σου, ένα κέλυφος, μια άδεια φλούδα πεσμένη στα πόδια μου.
Και χάνεται βδέλυγμα στα τάρταρα της γης. Χάνεται όπως το κλάμα που πνίγεται μες στον ύπνο,
Και μένω εδώ, μοναχή μου, σαν άγαλμα λευκό ραγισμένο να κοιτώ να σε καταπίνει η ίδια η γη.
Ταφή νεκρική, φως μου, δεν σου δόθηκε. Μήτε μνήμα να πλαγιάζω κοντά σου.
Σκιά αιώνια έγινες, ύβρις των θεών και των ανθρώπων. Έαρ γλυκό μου δεν ήρθες.
Μα δεν εσύ δεν σβήνεις από την μνήμη μου, από της καρδιάς μου την ανοιχτή πληγή,
Μένεις πίσω, σε μια κούνια που δεν κουνήθηκε, σε ένα κλάμα μωρού, σε ένα γέλιο παιδικό,
Σε μια κούκλα των χεριών σου, σε ένα νανούρισμα των χειλιών μου μητρικό,
Σε μια πλεξούδα των μαλλιών σου, σε ένα πουκάμισο, στου φουστανιού μου την άκρη, που ποτέ δεν θα μπλεκόσουν, σε μια ανάσα που δεν δόθηκε, σε μια μάνα που δεν κατάφερε να γίνει μάνα,
Μα ένιωσε μάνα. Κι ας μην έγινε. Σε κοιλοπόνησα, με κραυγές σε βογγούσα στον ύπνο μου.
Με χιλιάδες αγκάθια στο κρεβάτι μου, να με τρυπάνε από από τον πόνο.
Κάθε νυχτιά μοναχή μου, απάνω. Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;
Τον ήλιο μου έσβησες, στον λάκκο με κατέβασες, βδέλυγμα έγινα μπροστά στο σκοτάδι και με έθαψες.
Γιατί; Γιατί κρύβεις από εμένα το πρόσωπο σου; Είμαι φτωχή και ετοιμοθάνατη στα νιάτα μου,
πάνω μου περνά ο θυμός σου, κι ο τρόμος σου. Με περικύκλωσες σε όλα τα σκοτάδια.
Αποκλείστηκα και δεν μπορώ να βγω έξω, θόλωσαν τα μάτια μου, από την αθλιότητα μου.
Όλη την ημέρα, Κύριε σου φώναζα, τα χέρια μου άπλωνα σε σένα.
Μαχαίρι στα πλευρά μου λαβώθηκα, από αυτό που αντίκρυσα:
Το σπλάχνο μου στον θάνατο, κι εγώ αιώνια νεκρή στην φυγή του,
Και το τελευταίο νανούρισμα στα χείλη μου να τρεμοπαίζει:
«Τέσσερα μάτια δυο καρδιές όταν αγαπηθούνε,
Όταν αγαπηθούνε καλύτερα στη μαύρη γη παρά να χωριστούνε, παρά να χωριστούνε…
Για σένα και για μένα δοθήκαν οι καημοί, τα βάσανα κι οι πόνοι κι οι αναστεναγμοί…
Για σένα και για μένα και όχι γι’ άλλονε δοθήκανε οι πόνοι και τα παράπονα
Εάν εσύ δεν ήσουνα, εγώ δεν θ’ αγαπούσα εγώ δεν θ’ αγαπούσα…
Έρωτα δεν θα γνώριζα και ευτυχής θα ζούσα και ευτυχής θα ζούσα…
Ανάθεμά σε Πόλη Φανάρι Τσεσμετζέ με πήρες το πουλί μου που το ‘χα εγλεντζέ…
Ανάθεμα σε Πόλη τη ώρα π’ άνοιγες είπα να καζαντίσω και συ μ’ αφάνισες…»
🌹 🌹 🌹
ποίημα (αδημοσίευτο) Εμμανουήλ Άννα| Βιογραφικό
❤️ Αν σου άρεσε το ποίημα, δείξε το με ένα like ή μια κοινοποίηση.
Με αυτόν τον τρόπο στηρίζεις το Fruitful Writing να παραμένει ένας ανεξάρτητος χώρος ποίησης.








