
Συνέντευξη στην Σπυροπούλου Κατερίνα
Ο Δεκέμβριος έκλεισε με ένα ποίημα που δεν ύψωσε τη φωνή του. Η «Νοσταλγία» της Σταματάκη Ραφαέλας στάθηκε χαμηλόφωνα, σχεδόν διακριτικά, εκεί όπου ο χρόνος αφήνει τα σημάδια του χωρίς εξηγήσεις. Με εικόνες που μοιάζουν παιδικές και ταυτόχρονα αμετάκλητες, το ποίημα δεν αφηγείται το παρελθόν αλλά το αγγίζει, όπως αγγίζουμε κάτι που ξέρουμε ότι δεν επιστρέφει. Σε αυτή τη συνομιλία, η ποιήτρια μιλά για τη μνήμη ως πράξη, για τα χρώματα που αλλάζουν χωρίς να ρωτήσουν, και για τη γραφή ως έναν τρόπο να μένει κανείς παρών μέσα σε ό,τι χάνεται.
Σχετικά με την ποιήτρια
Η Σταματάκη Ραφαέλα συνδυάζει τη θεωρητική της παιδεία στις Πολιτικές Επιστήμες και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα με έναν ποιητικό λόγο διακριτικό και ουσιαστικό. Η γραφή της κινείται ανάμεσα στη μνήμη και το παρόν, με εικόνες λιτές που φωτίζουν την απώλεια χωρίς υπερβολή. Με επιρροές από τη μουσική, τη ζωγραφική και τον κινηματογράφο, και με την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Σατωρέ» να κυκλοφορεί (εκδόσεις Βακχικό, 2025) διαμορφώνει ένα ποιοτικό και πολλά υποσχόμενο προσωπικό ύφος.
Η «Νοσταλγία» δεν αντιμετωπίζει το παρελθόν ως αφήγηση, αλλά ως εμπειρία. Τι σημαίνει για εσάς να θυμάστε χωρίς να επιστρέφετε;
Το παρελθόν είναι μια κόλα στο βιβλίο που ονομάζεται εμπειρία, ένας τόπος στον οποίο μπορούμε να πηγαίνουμε όποτε θέλουμε. Οι διαδρομές μας στον τόπο που ονομάζεται παρελθόν συνοδεύονται από την μνήμη. Μπορώ να περπατώ μέσα στα παλιά μου τοπία χωρίς να ξαναχτίζω σπίτι εκεί. Κρατώ το φως, αλλά αφήνω το σκοτάδι που μπορεί να υπήρχε.
Στο ποίημα, τα χρώματα αλλάζουν, ξεθωριάζουν, σκοτεινιάζουν. Πότε καταλάβατε ότι το χρώμα μπορεί να γίνει γλώσσα;
Κατάλαβα ότι το χρώμα μπορεί να γίνει γλώσσα τη στιγμή που συνειδητοποίησα και βίωσα ότι προηγείται των λέξεων. Πριν ονομάσουμε ένα συναίσθημα, το νιώθουμε μέσα μας ως απόχρωση. Το χρώμα γίνεται γλώσσα όταν αλλάζει τον ρόλο του, δηλαδή παύει να περιγράφει τον κόσμο και αρχίζει να αποκαλύπτει την εσωτερική μας κατάσταση. Στο ποίημα, τα χρώματα αλλάζουν όπως αλλάζει ένα συναίσθημα και ταυτόχρονα το χρώμα γίνεται ευχή για να παραμείνει το συναίσθημα ως έχει. Τα χρώματα τα χρησιμοποιώ για να μιλήσω μέσα από αυτά.
Τα «χρωματιστά παπούτσια» που καταλήγουν μαύρα φέρουν μια αίσθηση αθόρυβης ενηλικίωσης. Είναι η απώλεια κάτι που μαθαίνεται ή κάτι που απλώς συμβαίνει;
Η απώλεια δεν μαθαίνεται με τον τρόπο που μαθαίνουμε κάτι στο σχολείο· δεν υπάρχει προετοιμασία. Απλά συμβαίνει. Στην αρχή μάς διαπερνά σαν κάτι ξένο, μας ξαφνιάζει, μας γεμίζει με απορία και θλίψη. Κάπου εκεί ανάμεσα στο βίωμα του συναισθήματος της απώλειας και στον χρόνο που συνεχίζει να κυλά μαθαίνουμε να αντέχουμε.
Τα “χρωματιστά παπούτσια” που καταλήγουν μαύρα δεν είναι απλώς σύμβολο απώλειας· είναι η στιγμή που η αθωότητα υποχωρεί και στην θέση της έρχεται η επίγνωση. Δεν επιλέγουμε να μεγαλώσουμε — μεγαλώνουμε επειδή κάποια χρώματα ξεθωριάζουν.
Το μπλε εμφανίζεται ως επιθυμία μονιμότητας μέσα στον χρόνο. Τι αντιπροσωπεύει για εσάς αυτή η απόχρωση;
Το μπλε για μένα δεν είναι απλώς ένα χρώμα· είναι μια κατάσταση ύπαρξης.
Είναι η ανάγκη να μείνει κάτι ανέπαφο και αυθεντικό, όταν όλα γύρω μας αλλάζουν. Το μπλε κουβαλά μέσα του τα δύο πιο σημαντικά πράγματα για την ανθρώπινη ύπαρξη κατ’ εμέ τον ουρανό και τη θάλασσα — δύο απεραντοσύνες που δεν μπορείς να κρατήσεις, μόνο να κοιτάς.
Υπάρχουν πριν από εμάς και θα υπάρχουν μετά από εμάς.
Γι’ αυτό, όταν μιλώ για το μπλε ως επιθυμία μονιμότητας μέσα στον χρόνο, εννοώ την ανθρώπινη λαχτάρα να αφήσουμε ένα ίχνος που να μην διαβρωθεί. Να αγαπήσουμε κάτι που δεν θα ξεθωριάσει. Να υπάρξουμε μέσα σε κάτι μεγαλύτερο από τη φθορά μας.
Δεν ξέρω αν γράφω καλύτερα όταν κάτι λείπει. Ξέρω σίγουρα ότι δεν πιστεύω στη ρομαντικοποίηση της στέρησης.
Όμως η απώλεια έχει έναν παράξενο μηχανισμό· ενεργοποιεί τον άνθρωπο. Τον σπρώχνει να αναζητήσει ανακούφιση, να βρει έναν τρόπο να μεταβολίσει το κενό. Εκεί, για μένα, αρχίζει η γραφή.
Η απώλεια με ωθεί να γεννώ εικόνες, να μετατρέπω το άυλο βάρος σε ορατή μορφή. Να δίνω σχήμα σε αυτό που διαφορετικά θα έμενε αδιαμόρφωτο μέσα μου.
Η δημιουργία δεν αναιρεί την απώλεια· την μετασχηματίζει. Της αλλάζει υλικό. Από σιωπή γίνεται λέξη, από έλλειψη γίνεται εικόνα. Και μέσα σε αυτή τη μετατροπή βρίσκω μια μικρή, προσωπική ανακούφιση — όχι γιατί λείπει κάτι, αλλά γιατί μπορώ ακόμη να το μετατρέπω σε φως.
Οι σπουδές σας κινούνται σε πεδία ανάλυσης και δομής. Πώς μεταφράζεται αυτή η πειθαρχία σε έναν τόσο ελεύθερο ποιητικό λόγο;
Οι σπουδές μου είναι συνυφασμένες με τη λογική μιας καπιταλιστικής κοινωνίας που απαιτεί πειθαρχία, ανάλυση, στρατηγική σκέψη και προσεκτικές κινήσεις. Είναι ένας κόσμος που μετρά, οργανώνει, προβλέπει — και συχνά περιορίζει. Που στερεί χρόνο από τη δημιουργικότητα, που συμπιέζει τη φαντασία μέσα σε στόχους, αποδόσεις και αποδοτικότητες.
Δεν επέλεξα αυτόν τον δρόμο ως αποδοχή αυτής της συνθήκης. Επέλεξα τον χώρο της Πολιτικής Επιστήμης γιατί, μέσα στις επαγγελματικές επιλογές που είχα μπροστά μου, ήταν ο τομέας που ένιωσα πιο κοντά μου — ένα πεδίο που μου επέτρεπε να κατανοήσω τις δομές της πολιτικής και της κοινωνικής οργάνωσης, να αποκωδικοποιήσω τους μηχανισμούς που καθορίζουν τις ζωές μας.
Ωστόσο, η κατανόηση δεν σημαίνει ταύτιση.
Πιστεύω πως οι περισσότεροι άνθρωποι, μέσα στη βουή του δρόμου, στις χαμένες ώρες μπροστά από ένα πληκτρολόγιο, στα «dead inside» Σαββατοκύριακα, αναζητούν ένα προσωπικό καταφύγιο. Έναν χώρο όπου δεν αξιολογούνται, δεν μετρώνται, δεν αποδίδουν — απλώς υπάρχουν και αφήνονται.
Για κάποια άτομα είναι η γυμναστική, για άλλα η μουσική, οι καφετέριες, οι μικρές τελετουργίες της καθημερινότητας.
Για εμένα είναι η ποίηση.
Εκεί δεν χρειάζεται να είμαι τίποτα. Μπορώ να είμαι ελεύθερη. Και ίσως αυτή η ελευθερία — μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς οργανώνει και ορίζει — να αποτελεί μια μορφή αντίστασης.
Στη «Νοσταλγία» ο χρόνος δεν κυλά ευθύγραμμα. Μπορεί η ποίηση να μετακινήσει τον χρόνο, έστω και για μια στιγμή;
Στη «Νοσταλγία» ο χρόνος δεν υπακούει στη γραμμικότητα — και ίσως αυτό να είναι η πιο ειλικρινής του μορφή.
Η ποίηση δεν αλλάζει τον ιστορικό χρόνο· δεν μετακινεί τα γεγονότα, δεν ανατρέπει το πριν και το μετά αλλά ούτε το τώρα. Όμως μπορεί και μετακινεί τον εσωτερικό χρόνο. Κι αυτό αρκεί.
Μέσα σε έναν στίχο μπορεί να συνυπάρχει το παιδί που ήμασταν κάποτε με τον άνθρωπο που γίναμε και να συνομιλούν. Μπορεί το παρελθόν να επιστρέψει όχι ως ανάμνηση, αλλά βίωμα που το νιώθω τώρα.
Η ποίηση δημιουργεί ρωγμές στη χρονολογική τάξη. Εκεί, για μια στιγμή, ο χρόνος παύει να κυλά και αρχίζει να πάλλεται. Δεν προχωρά — βαθαίνει.
Και ίσως αυτή η μικρή μετατόπιση, αυτή η αναστολή της ευθύγραμμης πορείας, να είναι ο τρόπος μας να αντιστεκόμαστε στη φθορά. Όχι σταματώντας τον χρόνο, αλλά επιτρέποντάς του να ανοίγεται, αντί να μας προσπερνά.
Η μνήμη εμφανίζεται ως «τοπίο». Είναι για εσάς τόπος επιστροφής ή κάτι που σας διαμορφώνει σιωπηλά, ακόμη κι όταν δεν το κοιτάτε;
Η μνήμη είναι ένα τοπίο που το κουβαλάμε πάντοτε μέσα μας. Δεν βρίσκεται κάπου έξω από εμάς· είναι εσωτερική γεωγραφία.
Ταυτόχρονα, όμως, είναι και ένα τοπίο που επισκεπτόμαστε. Το γνωρίζουμε καλά, όπως γνωρίζει κανείς μια όμορφη ακτή — τις καμπύλες της, το φως της, τις ώρες που η θάλασσα είναι ήρεμη. Κι όμως, στο πίσω μέρος του μυαλού μας κρατάμε πάντα τη γνώση των κινδύνων που μπορεί να κρύβει: τα ρεύματα, τα απότομα βάθη, τις καταιγίδες που έχουν περάσει από πάνω της.
Η μνήμη δεν είναι ουδέτερη. Μας διαμορφώνει. Καθορίζει τον τρόπο που αγαπάμε, που φοβόμαστε, που κινούμαστε μέσα στον χωροχρόνο. Επηρεάζει τις αντιδράσεις μας πριν ακόμη τις σκεφτούμε.
Ίσως τελικά να μην επιλέγουμε πότε την κουβαλάμε — την κουβαλάμε πάντα. Το μόνο που επιλέγουμε είναι πότε θα την κοιτάξουμε κατάματα και πότε θα την αφήσουμε να λειτουργεί σιωπηλά, σαν υπόγειο ρεύμα που καθορίζει την πορεία μας.
Αφού τα ποιήματά μου έχουν ήδη εκδοθεί από τον Εκδοτικό Οίκο Βακχικόν, με τον τίτλο Σατωρέ, αυτό που ένιωσα — και ίσως συνεχίζω να νιώθω — δεν ήταν πια το «λίγο πριν», αλλά το «μετά».
Και το «μετά» έχει μια παράξενη σιωπή.
Έκλεισε ο κύκλος της αναμονής, της αγωνίας για το αν θα πάρουν μορφή, αν θα βρουν τον δρόμο τους προς το χαρτί. Έκλεισε και μια περίοδος εσωτερικής προστασίας· τα ποιήματα δεν είναι πλέον μόνο δικά μου. Έχουν φύγει από το γραφείο μου, από τα πρόχειρα χαρτάκια μου, από την αποκλειστική μου ευθύνη.
Αυτό που άνοιξε, όμως, είναι πιο σύνθετο. Άνοιξε η συνύπαρξη με τον αναγνώστη. Η πιθανότητα να διαβαστούν με τρόπους που δεν είχα φανταστεί. Να αγαπηθούν ή να παρεξηγηθούν. Να βρουν καταφύγιο σε ξένες ζωές.
Και ίσως άνοιξε και κάτι ακόμη πιο εσωτερικό: μια νέα απόσταση από το ίδιο μου το έργο.
Αν η «Νοσταλγία» συναντούσε τον αναγνώστη σε μια μόνο στιγμή, ποια θα θέλατε να είναι αυτή;
Αν η «Νοσταλγία» συναντούσε τον αναγνώστη σε μία μόνο στιγμή, θα ήθελα να είναι τη στιγμή που συνειδητοποιεί — σχεδόν αθόρυβα — ότι κάτι μέσα του έχει ήδη χαθεί.
Όχι σε μια δραματική κορύφωση. Όχι σε έναν μεγάλο αποχαιρετισμό. Αλλά σε εκείνη τη λεπτή ρωγμή όπου κοιτάζει πίσω και καταλαβαίνει πως έτρεχε, ενώ πίσω του «πέφτανε γαρύφαλλα». Πως κάποια προειδοποιητικά σημάδια υπήρχαν, όμως έκανε πως δεν τα έβλεπε και καλά έκανε.
Θα ήθελα να τον συναντήσει τη στιγμή που αναρωτιέται πότε τα παπούτσια του βάφτηκαν μαύρα. Πότε το μονόχρωμο έγινε βαρύ. Πότε η αθωότητα μετατράπηκε σε επίγνωση.
Και τότε, ίσως, να σταθεί για λίγο στη φράση:
«Θα τα έβαφα ξανά με μια μπογιά μπλε / Να μείνει αιώνια στον χρόνο».
Εκεί βρίσκεται η επιθυμία της αντίστασης. Όχι να αλλάξει το παρελθόν, αλλά να το αγγίξει ξανά με ένα χρώμα που αντέχει — όπως το μπλε του ουρανού, όπως το μπλε της θάλασσας.
Θα ήθελα η «Νοσταλγία» να τον βρει ένα βράδυ, όταν όλα είναι πιο ήσυχα. Όταν η μνήμη γίνεται τοπίο και η απώλεια μετατρέπεται σε εικόνα. Εκεί όπου το καβουρνιασμένο μολύβι δεν είναι στέρηση, αλλά τρόπος να χαράξεις ξανά αυτό που χάθηκε, με έναν άλλο τρόπο αυτή τη φορά που ίσως να αντέξει.
Μοιραστείτε μαζί μας ένα δικό σας ποίημα…
τα χνότα σου μύριζαν μπερδεμένο αλκοόλ
το σπίτι σου ήταν γιάφκα μεθυσμένων καλλιτεχνών
που βομβαρδίζουν κοινοβούλια με τα έργα τους
και κάπου εκεί βρισκόταν το δικό σου έργο
ένας γεράκος με ρυτίδες
η ιστορία του δεν ήθελε να μαθευτεί
το μυστήριο αυτό γέμιζε το δωμάτιο με ερωτήματα και
δακρυσμένα σενάρια
θαμμένος πατέρας; νεκρός παππούς;
Δίπλα στεκόταν αυτή
πρόστυχη με μεγάλο στήθος
φορώντας ένα καπέλο σύμβολο πολέμου και χάους
και τα δάχτυλά της περνούσαν μπροστά από το στόμα της
και πρόσταζαν να κάνεις ησυχία.
ΖΗΤΩ Η ΑΝΗΣΥΧΙΑ!
* ποίημα από την πρώτη μου ποιητική συλλογή με τίτλο «Σατωρέ» (εκδόσεις Βακχικόν, 2025)
🌹 🌹 🌹
💠 Το Fruitful Writing είναι ένας ανεξάρτητος, μη εμπορικός χώρος. Κάθε ποίημα εδώ δημοσιεύεται με αγάπη, φροντίδα και προσωπικό κόστος – σε χρόνο, σκέψη και δημιουργική ενέργεια. Αν βρίσκεις αξία σε αυτό που διαβάζεις, μπορείς να το δείξεις απλά: με ένα like ή με μια κοινοποίηση. Κάθε στήριξη είναι μια ανάσα συνέχειας.







