Η ποίηση ως βαθιά ιερή εξομολόγηση
Η νέα ποιητική συλλογή του θεατρολόγου, συγγραφέα και εκπαιδευτικού, Κωνσταντίνου Μπαμπίλα, συνιστά μια ατόφια εξομολόγηση ψυχής. Χωρίς περιττά στολίδια.
Σε βάζει αμέσως στο κλίμα με το εναρκτήριο συγκλονιστικό επίγραμμά του, «Τα μακριά σου δάχτυλα».
Όπου, μέσα σε λίγους μόνον στίχους, καταφέρνει αριστοτεχνικά να υποβάλει τον αναγνώστη «με το τρυφερότερο άγγιγμα του κόσμου», όπως δηλώνει.
Μια άχρονη μετάβαση, άκρως λυρική, η οποία κινείται μεταξύ της παιδικής ηλικίας («το χέρι σου παρέμεινε χούφτιτσα») και της φυσικής ωριμότητας («όσο κι αν μεγάλωσε»).
Συνεχίζει με ποιήματα τα οποία αντλούν έντονες επιρροές από τα οικεία μοτίβα της καβαφικής ποίησης, όπως είναι η φθορά και ο χρόνος, που περνάει, και αφήνει, στο πέρασμά του, έντονα τα σημάδια του στο σώμα και στη μορφή.
Το βλέπουμε ενδεικτικά στα εξής ποιήματα:
«Ο χρόνος»:
Όπου «παλεύει να πετρώσει τον χρόνο σαν γλύπτης» κρατώντας τη «σμίλη στο χέρι»αλλά, τελικά, ο χρόνος τού αντιστέκεται σθεναρά και «σαν σκόνη, που χάνεται, ξεφεύγει και το έργο του, γλυπτό κακότροπο, όλο και πιο αφηρημένο γίνεται».
Και έπειτα πάλι στο ποίημα «Καθρέφτης» αναμετράται με τον εαυτό του, νιώθοντας ότι το είδωλό του στον καθρέφτη τον περιγελά: «ντροπιάζεις τον καθρέφτη σου και μόνο στην όψη».
Καταλήγοντας, στο αιχμηρό συμπέρασμα ότι ο Θεός τού έδωσε ένα σπουδαίο εφόδιο («Μου έδωσες την ποίηση») αλλά, ταυτόχρονα, τον άφησε απροστάτευτο, μπροστά στη γυμνή του αλήθεια («μα, ξέχασες το απαραίτητο ένδυμα».
Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν τα μικρά δίστιχα, που τοποθετεί εμβόλιμα, ως γέφυρες και μικρούς ποιητικούς ανασασμούς με τίτλο «Αγαπώ σημαίνει», εναλλάσσοντας κάθε φορά τη σύνθεση και δίνοντας , έτσι, απλά και μαεστρικά σύντομους ορισμούς για την αγάπη• το πιο αγνό συναίσθημα του κόσμου.
Λέει:
«Αγαπώ σημαίνει μετανιώνω για τα σωστά», «….μισώ αυτό που φεύγει», «….κοιτάζω το φεγγάρι ακόμα».
Και μας βυθίζει σε έναν υπαρξιακό προβληματισμό.
Ο Κωνσταντίνος είναι ένας μάγιστρος της ποίησης. Ακούραστος μαχητής.
Στηλιτεύει την ένδεια της εποχής μας στο ποίημά του «Μουγγοί».
Οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν πια μεταξύ τους («Βουτηγμένοι στις οθόνες μας»). Λειτουργούν σαν υπνωτισμένοι («Ναρκωμένοι στην αδικία, μέρες ατέλειωτες στοκάροντας τις ενοχές, χρόνια εξασκημένα στο σοκ και την ασχήμια» και, μέσα στη νοσηρότητα της κοινωνίας βρίσκεται κι εκείνος να παλεύει διαρκώς στα κύματα της δικής του θάλασσας, χωρίς σανίδα σωτηρίας («Έχω κι εγώ μέσα μου τις Παλαιστίνες μου, μα, για να σωθώ δεν φτάνουν».
Παράλληλα, όμως, εκτός από μαχητής, είναι κι ένας εκπληκτικός λεξιπλάστης. Φτιάχνει λέξεις γεμάτες αντιθέσεις και χρώματα στο ποίημα του, «Τη Θάλασσα», που κροταλίζουν σαν αιθέριο άσμα:
«Η θάλασσα μου μαθαίνει καινούργιες λέξεις. Να διαβάζω μου μαθαίνει. Αυτά που κανείς δεν ξέρει ανάγνωση για να τα μαρτυρήσει».
«Η θάλασσα μού προσφέρει τρομογαλήνη.
Με κάνει να νιώθω πενθοχαρούμενος.
Με γεμίζει ταραχοενθουσιασμό.
Μου απλώνει μέσα μου εκστασοπεριέργεια.
Κι από τις θάλασσες, τον λυρισμό, το σκοτάδι και τις προσωπικές μάχες, συναντά ξαφνικά τη θεατρική του ταυτότητα, προβαίνοντας δεξιοτεχνικά σε ανθρώπινες σκιαγραφήσεις, μέσα στα αφηγηματικά του ποιήματα, που θα μπορούσαν κάλλιστα να σταθούν κι ως θεατρικοί μονόλογοι.
Ενδεικτικά,
Στο ποίημά του με τίτλο «Θανάσης» μιλάει για έναν άνθρωπο ηλικιωμένο- με ιδιαίτερη σωματική ευρωστία αλλά και επιβλητικότητα-τον οποίο θαυμάζει και φοβάται ταυτόχρονα («Τον φοβόμουν και τον θαύμαζα μαζί»).
Ομολογεί πως «είναι αθώος και συνάμα σαρκοβόρος». Όμως, διαθέτει απλόχερα και «μια ανάλαφρη αγκαλιά».
Ένας άνθρωπος, δηλαδή, αντιήρωας γεμάτος αδυναμίες αλλά και τρυφεράδα.
Κάπου εκεί, τον συναντά κι ο έρωτας, πυρπολώντας τον ανελέητα. Στα πιο ερωτικά-αισθαντικά του ποιήματα, συναυτουργούν όλες οι αισθήσεις προκαλώντας δονήσεις οπτικά ισχυρές.
Στο ποίημά του «Πάλι και πάλι εσύ», καταδύεται σε ανομολόγητα πάθη και παραδίνεται ψυχή τε και σώματι:
«Χέρια που δεν ήξερα πού να μπουν,
Λόγια που δεν ήξεραν πού να κοιτάξουν»….
….«Τριξίματα, ύποπτες θωπεύσεις….
ένα κενό κατέβαινε από το λαρύγγι…
Μια δύσπνοια που αιμορραγούσε…»…
Το απαύγασμα του έρωτα, σε όλο του το μεγαλείο!
Φυσικά, δεν αφήνει απ’ έξω το σκληρό και επίκαιρο ζήτημα της αυτοκτονίας.
Σχεδόν με χειρουργική λεπτότητα δίνει το θέμα αμέσως:
«Τι και αν περπατάς σε ένα τεντωμένο σχοινί; Η σκέψη του θανάτου είναι πάντα μακριά σου».
«Να δημιουργείς ανώφελο οίκτο,
Κάτι σαν παιχνίδι αυταρέσκειας».
Και καταλήγει στην ωμή παραδοχή ότι, ουσιαστικά, η αυτοχειρία ή η σκέψη της αυτοχειρίας είναι, ίσως τελικά, μία «πρόφαση» για να ξεφύγει κάποιος από τον εαυτού δαίμονα («πόσο χυδαίο σχεδόν η αυτοκτονία να είναι μία πρόφαση;»).
Και κλείνει τη συλλογή του με το ποίημα «Ένα μπουκάλι στη θάλασσα», το οποίο αποτελεί και τον τίτλο της ποιητικής του συλλογής.
Ένα ποίημα κατάθεση ψυχής, όπου απαριθμεί τους λόγους για τους οποίους γράφει ποίηση («Γράφω ποίηση για να διαπραγματευτώ την ηλικία μου.
«Μουτζουρώνω χαρτιά για να θαμπώσω τις ρυτίδες».
Η Ποίηση, λοιπόν, για τον Κωνσταντίνο είναι ένα μέσον ίασης κι αντιδιαστολής στον χρόνο, που τρέχει αμείλικτα.
Και κλείνει αυτή την ειλικρινή κι ανόθευτη εξομολόγησή του λέγοντας:
«Γι’ αυτό γράφω ποίηση.
Για να πετάω ένα μπουκάλι στη θάλασσα και να γνωρίζω πως κανείς δεν θα το βρει».
Σαν ναυαγός στις δικές του θάλασσες, λοιπόν, γράφει γράμματα, κλείνοντάς τα σε ένα μπουκάλι και πετώντας το στη θάλασσα, για να τα βρει μετά από χρόνια, ή και όχι, κάποιος μυστικός παραλήπτης.
Ένα μπουκάλι το οποίο εσωκλείει στίχους από τα μύχια της ψυχής του ποιητή μας. Ακόμη κι αν ο ίδιος πιστεύει πως κάνεις δεν θα το βρει ποτέ αυτό το μπουκάλι, εκείνο έχει ήδη φτάσει συστημένο στην ψυχή των αναγνωστών, και έχει κινήσει για το μακρινό του ταξίδι, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, μονάχα όμορφες εμπειρίες.
Επιμέλεια Παρουσίασης: Άννα Πούδη
